Monday, 4 October 2010

Εκτός από την επισφάλεια υπάρχει και η αντίσταση



Μια συζήτηση με τον Βασίλη Τσιάνο. Από το Κοντέινερ 10

Ότι πολλοί ζούμε- και διαρκώς ο αριθμός αυξάνεται- σε καθεστώς εργασιακής επισφάλειας είναι γνωστό. Οι σύνθετες πλευρές όμως αυτού του καθεστώτος και οι συνεπαγόμενες σχέσεις του ΄΄Πρεκαριάτου΄΄ δηλαδή της -υποθετικής έστω- τάξης των επισφαλών εργαζομένων, είτε εσωτερικά εντός της τάξης είτε όσον αφορά τις καπιταλιστικές δομές παραγωγής και αναπαραγωγής, είναι λιγότερο γνωστές και συνειδητοποιημένες. Στη παρακάτω συνομιλία με τον Βασίλη Τσιάνο προσπαθούμε να προσεγγίσουμε κάποιες από αυτές τις πτυχές.
Ο Βασίλης Τσιάνος είναι δόκτορας της κοινωνιολογίας και διδάσκει κοινωνιολογία της μετανάστευσης και κοινωνιολογία της επισφαλούς εργασίας στο πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Μαζί με τον Δημήτρη Παπαδόπουλο και την Niamh Stephenson δημοσίευσε το βιβλίο “Escape routes. Control and Subversion in the 21 century” , εκδόσεις Pluto, 2008.


Η.Μ: Στο άρθρο σου/σας Who's afraid of immaterial labour? μιλάς για τις συνθήκες της σημερινής μεταφορντικής άυλης εργασίας που -συνδέεται στενά με την επισφαλή εργασία- και θέτεις το ερώτημα: ποιος φοβάται τους εργάτες της άυλης εργασίας? Τελικά τους φοβάται κανείς και για ποιους λόγους?

B.T: Νομίζω ότι κανείς δεν φοβάται τις εργάτριες και τους εργάτες της άυλης εργασίας, αλλά αυτό δεν είναι το πρόβλημα, είναι μάλλον ακριβώς το αντίθετο, είναι το σημείο εκκίνησης μιας λύσης. Αυτό που εννοούμε εγώ και ο Δημήτρης Παπαδόπουλος στο άρθρο που αναφέρεσαι έχει να κάνει με αυτό που ο de Certeau θα χαρακτήριζε τακτική, το παιχνίδι με τις δυνάμεις του αντιπάλου, μια μορφή πολιτικής που ακριβώς επειδή είναι δυσδιάκριτη ή καλύτερα ασύλληπτη παρασιτεί στο γυμνό σώμα του κυρίαρχου νεοφιλελευθερισμού, μια πολιτική που κινείται στο πεδίο του αντιπάλου χωρίς μετωπικές συγκρούσεις, προκαλώντας τον όμως να ανασυνταχτεί και κατά συνέπεια να εξαντληθεί κυνηγώντας το άδειο πουκάμισο του πλήθους που κατοικεί τον αβάσταχτα μαγικό κόσμο της γενικευμένης επισφάλειας.

Ας κάνουμε σε αυτό το σημείο μια εννοιολογική διευκρίνιση. Ο όρος άυλη εργασία προέρχεται από την γοητευτική προσπάθεια του Antonio Negri και άλλων στοχαστών του post-operaism να αναστοχαστεί την κριτική της πολιτικής οικονομίας του σύγχρονου μετασχηματισμού της εργασίας μαθητεύοντας στον Foucault, για την ακρίβεια την υποκειμενικότητα της εξαρτημένης εργασίας με όρους σωματικούς, δηλαδή βιοπολιτικά. Το επίθετο άυλη ήταν περισσότερο μια γόνιμη αλλά και προκλητική εννοιολογική λύση ανάγκης παρά ένα συγκροτημένο κοινωνικο-θεωρητικό παράδειγμα. Στο βιβλίο μας escape routes ο Δημήτρης, εγώ και η Niamh Stephenson, προσπαθούμε να αναλύσουμε την άυλη εργασία σωματικά, δηλαδή σαν την ενσώματη εμπειρία της επισφάλειας. Με αυτόν τον τρόπο εγκαταλείπουμε την κοινωνιολογίζουσα καζουιστική* του να ορισθεί το άυλο της εργασίας και μιλάμε για τις υπαρκτές μεταμορφώσεις του σώματος της ζωντανής εργασίας σήμερα. Αυτό συμπεριλαμβάνει όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Sergio Bologna και την παραληρηματική καταστροφή των μεσαίων στρωμάτων. Για να επανέλθουμε στην ερώτηση σου, κανείς δεν φοβάται την άυλη εργασία και γενικά την εργασία και αυτό δεν είναι μόνο κακό, το τέλος της πολιτικής της εκπροσώπησης-αναπαράστασης αφορά και το τέλος της πολιτικής της εκπροσωποποιημένης εργασίας και της βίας που η τελευταία ασκούσε και ασκεί στην (πέραν της εκπροσώπησης) μη εργασία. Κάποτε ήταν ο έμφυλος διαχωρισμός ιδιωτικού και δημοσίου, βιομηχανικού παραγωγισμού και οικιακής ΄΄δραστηριότητας΄΄, εντόπιας και αλλοδαπούς εργασίας που δομούσε τις βιωμένες μορφές διευρυμένης αναπαραγωγής των παραγωγικών σχέσεων, τώρα σε συνθήκες επισφαλούς ζωής και εργασίας οι διαχωρισμοί αυτοί διαχέονται σε όλο το σώμα του Κοινωνικού μετατρέποντας το σε ένα τεράστιο εργαστήριο μεικτών και ενσώματων μορφών εργασίας και μη εργασίας, σε ένα πεδίο βολής για την μεγάλη ανυπακοή που έρχεται.


H.M: Υπάρχει γενικά η άποψη πως το πρεκαριάτο-δηλαδή η ΄΄τάξη΄΄ των εργατών της επισφαλούς εργασίας,- δεν είναι αναπαράσταση. Η βασική θέση πάνω σ΄αυτό είναι πως το πλήθος των πρεκάριων δεν μπορεί να διαμεσολαβηθεί, ούτε να αντιπροσωπευθεί, δεν μπορεί να δώσει υποσχέσεις, δεν συμμετέχει στις μόνιμες συμφωνίες, δεν μπορεί να συνάψει συμφωνίες, δεν επιτυγχάνει ποτέ τη θέση του νομικού προσώπου επειδή ποτέ δε μεταφέρει και δεν διεκδικεί τα φυσικά του δικαιώματα με τον κυρίαρχο. Δεν μπορεί να αποκτήσει ούτε να μεταφέρει πολιτικά δικαιώματα. Συμφωνείς, και αν ναι, γιατί συμβαίνει αυτό?

B.T: Κατά κάποιο τρόπο προσπάθησα ήδη να το απαντήσω προηγουμένως. Σίγουρα το πλήθος που κατοικεί και βιώνει την επισφάλεια δεν είναι αναπαράσταση. Η εσωτερική σχέση κυριαρχίας που συνέδεε στον ιστορικό συμβιβασμό του Φορντισμού το υποκείμενο με εργασιακά και πολιτικά δικαιώματα, απονομιμοποιώντας ταυτόχρονα αξιακά και πειθαρχικά τους κόσμους της μη εργασίας έχει οριστικά διαρρηχθεί. Η οδυνηρή condition humana του ΄΄Πρεκαριάτου΄΄, του μητροπολιτικού πλήθους της επισφάλειας είναι η δικαιωματική της απαξίωση. Αυτή ακριβώς όμως η απαξίωση της γενικεύει όχι μόνο ένα καθεστώς ελεγχόμενης εξαθλίωσης αλλά και ένα κενό ρύθμισης. Γιατί ότι είναι μη αναπαραστήσιμο, μη μετρήσιμο, ασύλληπτο είναι και μη ελεγχόμενο. Έτσι εξηγείται άλλωστε και η ασίγαστη επικοινωνιακότητα της εξουσίας στον ύστερο νεοφιλελευθερισμό.

H.M: Εντοπίζεις ένα κενό προστασίας όσον αφορά την εργασία εν γένει, με την επισφαλή εργασία να είναι ο κύριος εκφραστής αυτού του κενού.. Υπάρχουν επίσης κάποιοι άλλοι όροι, όπως “ευελιξία με προστασία” (flexicurity). Πότε εμφανίστηκε αυτός ο όρος και γιατί διαφοροποιεί -ουσιαστικά αχρηστεύοντας- την προστασία που πρόσφεραν στο παρελθόν τα κλασικά εργατικά συνδικάτα?

B.T: Ο όρος flexicurity είναι μια καλή ιδέα σε λάθος χέρια. Ο όρος γεννήθηκε στα πεφωτισμένα μυαλά κάποιων γραφειοκρατών Ολλανδών ΄΄μεταρυθμιστών΄΄του work fare πριν από μια δεκαετία και αποτελεί μια κυνική απόπειρα αναγνώρισης και ρύθμισης της κρίσης που συνδέεται με το τέλος της εποχής της μισθωτής εργασίας. Επειδή η flexicurity δεν ξεπερνά τον παραγωγίστικο ορίζοντα της εργασίας αλλά απλά καθιστά ευέλικτη τη ρύθμιση παραγωγικών φάσεων εργασίας και μη ΄΄παραγωγικών΄΄φάσεων ζωής, είναι σαν ένα χρήσιμο δάνειο με πολύ άσχημους όρους αποπληρωμής. Δεν είναι εναλλακτική στα κλασικά εργατικά συνδικάτα, είναι μια εναλλακτική χωρίς συνδικάτα.


H.M: Υπάρχουν παραδείγματα όπου εργάτες αυτο-οργανώθηκαν συνειδητοποιώντας τις συνθήκες της επισφάλειας;

B.T: Σίγουρα! Οι μεταφεμινιστικές βιοσυνδικαλίστριες Precarias a la deriva από την Μαδρίτη και τη Μαλάγα, οι Chainworkers από το Μιλάνο και την Βενετία, οι Intermittent du spectacle από το Παρίσι και το Στρασβούργο.

H.M: Επίσης στο βιβλίο σας “Escape routes. Control and Subversion in the 21 century” , αναφέρετε πως για πρώτη φορά στην ιστορία της εργασίας η έκφραση ''δεν έχω χρόνο΄΄γίνεται ξεκάθαρο πολιτικό αίτημα. Με ποιο τρόπο συμβαίνει αυτό?

B.T: Στην έκφραση ΄΄δεν έχω χρόνο΄΄, συνηχούσε μέχρι πρότινος μια μομφή έναντι κάθε μορφής απολιτικού αναχωρητισμού. Ήταν μια φράση εμβληματική για μη ιδεολογικοποιημένες μορφές αποχής. Όμως με τον Paolo Virno ξέρουμε ότι οι διαθέσεις του πλήθους συνδιαλέγονται με τον κατ΄ανάγκη οπορτουνισμό των freelancer. Εμείς στη φράση ΄΄δεν έχω χρόνο΄΄ διαβάζουμε μια εκρηκτική αμφισημία που μπορεί να γίνει πολιτική: από τη μια εκφράζει την ενσώματη εμπειρία της επισφαλούς εργασίας από την οπτική του κεφαλαίου. Η συσσώρευση κεφαλαίου σήμερα δεν επικεντρώνεται απλά στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης στον παρόν χρόνο. Η γενικευμένη επισφάλεια της εργασίας συνδέεται με ένα καθεστώς συσσώρευσης που εκμεταλλεύεται την εργατική δύναμη των δια βίου freelancer, με τέτοιο τρόπο ώστε να ενεργοποιούν στο εργασιακό τους παρόν αποθέματα από το μέλλον τους, που δεν είναι ούτε πρόκειται να γίνει ποτέ αντικείμενο προστασίας. Και αυτό αφορά πρωταρχικά ζητήματα υγείας, οικογενειακού προγραμματισμού και απροστάτευτης εργασιακής επιβάρυνσης. Όλοι και όλες ξέρουμε τι σημαίνει να καις την κάρτα σου, για να βγάλεις εις πέρας το πρότζεκτ που δεν πληρώθηκες ακόμα. ΄΄Δεν έχω χρόνο΄΄ όμως σημαίνει ταυτόχρονα από την άλλη πλευρά της υποκειμενικότητας της επισφαλούς εργασίας και το αντικειμενικό όριο της προκαταβολικής καταλήστευσης της ζωντανής εργασίας, κάτι ανάλογο με τις φράσεις ΄΄δεν έχω ψιλά΄΄ή ΄΄δεν πληρώνω΄΄.

*καζουιστική: από τα λατινικά casus ("case"). Ο όρος χρησιμοποιείται συνήθως σαν κριτική στις απόπειρες αιτιολόγησης που βασίζονται σε θεωρητικούς κανόνες και αρχές, ενώ διαπραγματεύονται ειδικές περιπτώσεις.

Labels: , , , ,

Friday, 31 October 2008

Fragments of an interview on new forms of labor


Below are some fragments of an interview did by
Nate Holdren with Michael Hardt by phone in October 2006. It was slated to appear in an issue of Greenpepper Magazine. The fragments refer to new forms of labor.

---Q: This gets at a thread that runs through a lot of the questions we have about your work -- the issue of unwaged reproductive labor, labor that is ostensibly off the clock, but is still bound up with value production. There's a section of volume one of Capital where Marx quotes some English thinker who says "the English working class are phenomenally productive today, and it's because they have leisure time";, which makes this point. So when you and Negri talk about general intellect entering into production, does general intellect enter from the space of the home and from reproduction?

---Hardt: In a way, yes, that's right. There's unwaged labor before post-fordism and you could see some capacities present there in earlier times. But like with multitude, it's not a spontaneous or immediate thing. It's important to recognize that people have these capacities, to look at what specific capacities there are today, to see how they're used in labor and how they could be used differently. And then there's the matter of actually using them differently. We have to figure that part out and it's also a matter of organization in order to be able do to that.

---Q: In response to a similar question on unwaged reproductive labor in an earlier interview you did for the aut-op-sy mailing list, you mentioned Deleuze and Guattari and their idea of desiring-production as a way of opening up the idea of production. Can you say more about this, particularly about different types of production? For example, there's desiring production and there's value production and they're not always the same all the time?

---Hardt: It's important to note that for Deleuze and Guattari desiring production is often co-opted. They understand that it enters into value production at least some of the time and that it's not always external. I think this is important because sometimes Deleuze and Guattari can be taken as being too optimistic. But they do recognize that desire has a relationship with value production. We also could look at these as perspectives, different perspectives from which to view things and to see what we can better understand from one perspective or the others.

---Q: What is at stake here is the question of practical rupture and of having the theoretical space to think rupture. It's like Tronti's point that the working class acts in certain ways that are disruptive of capitalism but then these behaviors get capitalized. Doesn't arguing that 'all life time is productive' make it hard to think about activity that doesn't -- or at least some day, some activity that won't -- get capitalised?

---Hardt: That's an important question. First, though, I think it's important to note that one doesn't preclude the other. Capitalization of activities isn't solely a bad thing. If workers demands are met by capital and capital is forced to change that means that the working class gets more powerful and new spaces and possibilities open up. At least that's what I think Tronti meant back in the 1960s.

For example, I did an interview at the last World Social Forum in Porto Alegre with a Brazilian journalist who asked "the World Economic Forum said that their agenda is to alleviate poverty, isn't that a problem?" And I said, "Why is that a problem?" It took a while to figure out what the point was, but finally he said, "they stole your ideas, they stole your agenda!" I told him, "that means we won." Being able to dictate your enemy's agenda is a strength and a sign of power.

The question of rupture is another is another really important organizational question. In some ways it's a matter of figuring out what the forms of sabotage are today that we can use to turn the capacities that we take to work and that are learned at work and use them another way. I wish I had a good example of this, though and that it was a simple as jamming a wooden shoe into a machine!


Labels: , , ,

Saturday, 25 October 2008

Ludocapitalism and play at work


Γύρω στο 2000 ο Julian Dibbell έγραψε ένα βιβλίο το My Tiny Life περιγράφοντας την εμπειρία του σε ένα διαδικτυακό παιχνίδι της εποχής με το περίεργο όνομα LambdaMOO
Έξι χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 2006 έγραψε ένα δεύτερο βιβλίο με τίτλο , Play Money, όπου αναλύει τις εμπειρίες του σε ένα άλλο δικτυακό παιχνίδι το Ultima Online.
Το βιβλίο περιγράφει το βύθισμα ενός συγγραφέα σε ένα τρισδιάστατο εικονικό κόσμο.
Και τα δύο βιβλία είναι ένα μίγμα αυτοβιογραφίας και ευρύτερων θεωρητικών συζητήσεων.
Παρόλα αυτά υπάρχει μια ουσιώδης μεταβολή από το ένα κείμενο στο άλλο
αν κανείς συγκρίνει τους υπότιτλους στα δύο βιβλία. Στο My Tiny Life ο υπότιτλος ήταν “Crime and Passion in a Virtual World” ενώ στο Play Money βάζει τον υπότιτλο “How I Quit My Day Job and Made Millions Trading Virtual Loot.”
Με άλλα λόγια , το πρώτο βιβλίο μιλούσε για σεξ , βία και επανάσταση ενώ το δεύτερο απλά για λεφτά.
Το Tiny Life είναι ένα χρονικό για την κοινωνική ζωή μιας κοινότητας.
Το Play Money μιλά για τα σκαμπανεβάσματα μιας αγοράς.

Τα ερωτήματα που απασχολούσαν τον Dibbell στο πρώτο βιβλίο δεν υπάρχουν πια στο δεύτερο. Εκεί που στο πρώτο βιβλίο προσπαθούσε να πείσει τον αναγνώστη πως η εικονική εμπειρία είναι συγκινησιακά και υπαρξιακά αληθινή- γιατί στο κάτω –κάτω τι περισσότερο είναι το΄΄πραγματικό΄΄από μια σύνθεση σεξ, βίας και κυνηγιού της εξουσίας;- στο Play Money παίρνει την πραγματικότητα του εικονικού κόσμου σαν δεδομένη. Μάλιστα, παλεύει να πείσει πως η εικονική εργασία , το εικονικό χρήμα και η εικονική κατοχή πλούτου είναι ήδη -οικονομικά μιλώντας- πραγματικά.
Αυτό που ο Dibbell ανακάλυψε στο Ultima Online είναι η αδυνατότητα διαχωρισμού του παιχνιδιού (play) από την εργασία, του εικονικού από το πραγματικό , και της καριέρας του σαν έμπορος πίστης (make believe) από την καριέρα του σαν freelance δημοσιογράφος. Αντί να βρει ένα μαγικό κόσμο πιθανοτήτων στο Ultima Online, ο Dibbell ξαναβρέθηκε πίσω στις βασικές γραμμές της διαδικασίας παραγωγής κεφαλαίου.

Οι διαδικτυακοί εικονικοί κόσμοι (όπως σε ένα μεγάλο βαθμό και τα κοινωνικά μέσα και δίκτυα του web 2.0) ανήκουν σε μια νέα μορφή πλατφορμών πληροφορίας, που λέγονται ανύσματα (vectors).
Με τον όρο άνυσμα εδώ ορίζεται κάθε μέσο δια του οποίου κάτι μετακινείται μέσα στο χώρο. Αν στα ανύσματα των φυσικών μεταφορών διακινούνται αντικείμενα σαν αγαθά ενός παγκόσμιου εμπορίου και υποκείμενα σαν τουρίστες ή σαν μεταναστευτική εργατική δύναμη, στα ανύσματα που αφορούν στις επικοινωνιακές πλατφόρμες αυτό που διακινείται είναι η πληροφορία. Και ειδικότερα στα διαδικτυακά παιχνίδια οι ειδικοί νέοι τρόποι επεξεργασίας της πληροφορίας εκείνης που σχετίζεται με την διαχείριση των νέων τρόπων και μορφών εργασίας.

Οι εικονικοί κόσμοι είναι τα νέα εργοστάσια στα οποία οι εργάτες /παίκτες εργάζονται και παίζουν ταυτόχρονα. Οι τόποι αυτοί, όπου η εργασία αλληλεπιδρά με την διασκέδαση, μπορούν να θεωρηθούν σαν οι τεράστιες παγκόσμιες βιομηχανικές εγκαταστάσεις που επιχειρούν να καθορίσουν τα μεγέθη και τις μορφές της εργασίας του μέλλοντος.
Δεν αποτελεί υπερβολή ίσως, η διαπίστωση που έχει γίνει από διάφορους ερευνητές του φαινόμενου, πως τη σημασία που είχαν για την βιομηχανική παραγωγή ο ατμός τον 19ο αιώνα και το πετρέλαιο στον 20ο , θα έχει αντίστοιχα το παιχνίδι (play) στον 21ο.
Το θέμα είναι με ποιο τρόπο, από ποιους, για ποιους και με ποιες συνθήκες διαμορφώνεται αυτή η σύνθετη και πολιτική τελικά πραγματικότητα.



Ο Maurizio Lazzarato (1996), κάνει πρώτος αναφορά στην ιδέα της άυλης εργασίας ορίζοντας την σαν την εκδήλωση μιας δραστηριότητας που παράγει το πολιτιστικό περιεχόμενο ενός αγαθού (commodity) . Χαρακτηριστικά λέει , πρόκειται για δραστηριότητες που εμπλέκονται στον ορισμό και στη σταθεροποίηση πολιτιστικών και καλλιτεχνικών στάνταρ, μόδες, γούστα, τους κανόνες κατανάλωσης, και στρατηγικές διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.
Οι Negri & Hard στην αυτοκρατορία αναφέρονται στην άυλη εργασία ως μια διανοητική , εγκεφαλική εργασία που έχει σαν στόχους να λύνει προβλήματα συμβολικού τύπου και να εκπληρώνει αναλυτικά καθήκοντα. Τυπικά , αυτά τα επαγγέλματα βρίσκονται στη σφαίρα του τεχνολογικού τομέα της πολιτιστικής βιομηχανίας, όπως για παράδειγμα οι δημόσιες σχέσεις, οι παραγωγές στα media το web design.
Το κλειδί της διαφοροποίησης είναι η μετάβαση από το υλικό πεδίο του εργοστασίου στη συμβολική παραγωγή ιδεών.

Μια δεύτερη έννοια, αυτή της εργασίας πάθους (affective labor) ορίζεται μέσω των μορφών εργασίας οι οποίες χειραγωγούν ΄΄το αίσθημα της άνεσης΄΄ δηλαδή της έλλειψης ανασταλτικών παραγόντων ειδικά στο χώρο της εργασίας, της ευημερίας , της ικανοποίησης και της έξαψης του πάθους.

Στοιχεία απαραίτητα τόσο για την παραγωγική και ομαλή συνέχεια του ανταγωνισμού, όσο και για την αγορά και τη κατανάλωση.
Ιστορικά αυτού του είδους η εργασία παρέμενε απλήρωτη και θεωρείτο περισσότερο γυναικεία εργασία (π.χ νοικοκυρές και σε αρκετές περιπτώσεις η καλλιτεχνική παραγωγή).

Όμως αυτό που διαπερνά τους εικονικούς κόσμους αλλά και ευρύτερα το κοινωνικό web 2.0 είναι μια όλο και πιο επιταχυνόμενη, όλο και πιο έντονη, αλλά ακόμα ανεξιχνίαστη ποικιλία του είδους της δραστηριότητας που όρισε αρχικά ο Lazzarato ή που μπορούμε να βρούμε στις σελίδες της αυτοκρατορίας (και αλλού) των Negri & Hard.
Ειδικά στους εικονικούς κόσμους εκεί που οι έννοια της εργασίας και του παιχνιδιού γίνονται όλο και πιο αδιαχώριστες, εμφανίζεται το φαινόμενο της υποκειμενικής σύνθεσης της εργασίας. Η άυλη εργασία 2.0 αλλάζει τα υποκείμενα και τοποθετεί κατηγορηματικά αυτή την μεταβολή του υποκειμένου, εντός του πλαισίου δράσης μιας διαρκώς υπό κατασκευή εικονικής υποκειμενικότητας που υφίσταται και δρα μέσα στα κοινωνικά εικονικά δίκτυα. Ειδικά η εργασία πάθους συνιστά εκείνη την δεσμευτική, δυναμική ισχύ που ενεργοποιεί τις νέες υποκειμενικότητες και εξασφαλίζει δεσμούς και συνάφεια στις σχέσεις των δικτύων κάθε είδους. Με άλλα λόγια επιτελεί εκείνο το έργο που πάντα ήταν το ευαίσθητο σημείο στη διαδικασία κεφαλαιοποίησης , δηλαδή την εξασφάλιση της παραγωγής αλλά και τη συνάφεια των δεσμών του κοινωνικού ιστού.
Παραμένουν όμως άγνωστες –κυρίως λόγω των εξαιρετικά ευμετάβλητων συνθηκών-οι παράμετροι που καθορίζουν τις μορφές αυτής της νέας υποκειμενικότητας.

Τελικά τι είναι οι εικονικοί κόσμοι ; οι ιδανικές συνθετικές μηχανές-κατασκευές, τα νέα εργοστάσια του ύστερου καπιταλισμού που βασίζονται στη κοινωνική διάδραση, στο παιχνίδι και στην πολιτιστική προσομοίωση, ή μπορούμε να τους δούμε σαν ιδανικά κοινωνικά εργαστήρια πειραματισμού που βασίζονται στη κοινωνική διάδραση, στο παιχνίδι και στην πολιτιστική προσομοίωση; Σε κάθε περίπτωση συνιστούν ένα κοινωνικό και πολιτικό πεδίο αντιπαραθέσεων και διεκδικήσεων. Ένα ακόμα ‘’leveling’’ στο ΄΄struggle field΄΄ για το πέρασμα από τον ψηφιακό μεσαίωνα στην ψηφιακή αναγέννηση.

Labels: , , ,